Νίκος Σκαλκώτας : Από τα τελευταία αναλόγια των ελληνικών ορχηστρών στην κορυφή της μουσικής του κόσμου

.   9 Νοεμβρίου 2020   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Νίκος Σκαλκώτας : Από τα τελευταία αναλόγια των ελληνικών ορχηστρών στην κορυφή της μουσικής του κόσμου

*Αναδημοσιεύεται από τον «Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου» 7-8/11/2020. ‘Ενα δεύτερο αφιέρωμα στον Σκαλκώτα με πρόσφατη επιλεγμένη δισκογραφία από τον Χρήστο Κολοβό και τους ίδιους συνομιλητές, είναι διαθέσιμο στο πόρταλ του «902», στην ενότητα του Πολιτισμού.

Από τα τελευταία αναλόγια των ελληνικών ορχηστρών στην κορυφή της μουσικής του κόσμου

Συνέντευξη των Β. Φιδετζή, Θ. Ταμβάκου και Ν. Σαμαλτάνου στον μαέστρο Χρ. Η. Κολοβό

Νίκος Σκαλκώτας (1904 – 1949). Κορυφαίος και πρωτοπόρος μουσουργός. Αναζωογονητής της ελληνικής μουσικής του 20ού αιώνα.

Γεννημένος στη Χαλκίδα, σπούδασε βιολί στο Ωδείο Αθηνών, απ’ όπου πήρε το 1920 δίπλωμα βιολιού με πρώτο βραβείο και χρυσό μετάλλιο. Σε μια εποχή έντονων πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων ο Ν. Σκαλκώτας βρίσκεται στο Βερολίνο, όπου με υποτροφία φοιτά στην Ανώτατη Μουσική Σχολή, στην τάξη βιολιού του Βίλι (Χ)ες (μέχρι το 1923 – ’24). Στη συνέχεια, στρέφεται αποκλειστικά στη σύνθεση, σπουδάζοντας αρχικά με δάσκαλο τον Κουρτ Βάιλ και στη συνέχεια με τους Φίλιπ Γιάρναχ και Αρνολντ Σαίνμπεργκ, ο οποίος ξεχώριζε τον Σκαλκώτα ανάμεσα στους μαθητές του, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και οι ιδιαίτερα σημαντικοί Μπεργκ, Βέμπερν, Γκέρχαρντ.

Το 1931 παίρνει το δίπλωμά του. Με την άνοδο του ναζισμού εγκαταλείπει τη Γερμανία αφήνοντας πίσω τις παρτιτούρες με την έως τότε συνθετική δουλειά του και εγκαθίσταται στην Ελλάδα. Ομως, αυτός ο σπουδαίος συνθέτης δεν συναντά στη χώρα του την αναγνώριση. Για να ζήσει, αναγκάζεται να εργαστεί ως βιολιστής στα τελευταία αναλόγια των συμφωνικών ορχηστρών. Και όμως, μέσα σε αυτές τις συνθήκες ο Σκαλκώτας συνθέτει ασταμάτητα…

Μέχρι τον πρόωρο χαμό του, σε ηλικία μόλις 45 ετών, ο Σκαλκώτας έγραψε 110 περίπου έργα: Συμφωνικά, έργα για έγχορδα και πνευστά, μπαλέτα, μουσική δωματίου, έργα για σόλο όργανα, φωνητικά έργα, σκηνική μουσική. Στο έργο του χρησιμοποιεί και εξερευνά όλες τις κύριες και σύγχρονες μουσικές τάσεις της εποχής του, οι οποίες καθόρισαν τη μουσική του 20ού αιώνα: Ατονικότητα, δωδεκάφθογγο σύστημα, προχωρημένη τονικότητα, νεοκλασικισμό, εντάσσοντάς τες στο προσωπικό του ύφος. Παράλληλα, έκανε συστηματική χρήση στοιχείων δημοτικής μουσικής σε αρκετά έργα.

Ο μαέστρος Χρήστος Ηλ. Κολοβός συζήτησε με τρεις ανθρώπους, οι οποίοι έχουν αφιερώσει συνειδητά δεκαετίες της ζωής τους στη μελέτη και προώθηση της Νεοελληνικής μας Εντεχνης Μουσικής των τελευταίων 200 ετών, μεταξύ άλλων και του Νίκου Σκαλκώτα και σε κάθε ευκαιρία τα δίνουν στον κόσμο με ζωντανές εκτελέσεις, ηχογραφήσεις, τυπωμένα κείμενά τους και ανακοινώσεις σε διάφορα φόρα, προσπαθούν να σκιαγραφήσουν κάποιες πλευρές του πορτρέτου του πρωτοπόρου αυτού Χαλκιδέα συνθέτη. Ο Θωμάς Ταμβάκος, ιδρυτής του μοναδικού «Αρχείου Ελλήνων Μουσουργών Θωμά Ταμβάκου» (ΑΕΜΘΤ) που περιέχει κυρίως ακουστικό υλικό, παρτιτούρες και βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία περίπου 5.000 Ελλήνων και ελληνικής καταγωγής συνθετών, ο εξαίρετος πιανίστας, διευθυντής ηχογραφήσεων και ιδρυτής της δισκογραφικής εταιρείας «Melism», Νικόλας Σαμαλτάνος, και ο αρχιμουσικός και δεινός ερευνητής Βύρων Φιδετζής, νυν και πρώην αντίστοιχα καλλιτεχνικός διευθυντής της Φιλαρμόνιας Ορχήστρας Αθηνών και της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, μεταξύ άλλων.

***

— Στα μέσα του 1944, ο Σκαλκώτας κρατείται για κάποιες βδομάδες από τους Γερμανούς φασίστες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου περνώντας και από το περιβόητο Μπλοκ 15, ένα διώροφο τσιμεντένιο κτίριο που χρησιμοποιούνταν για θάλαμος βασανιστηρίων, μελλοθανάτων και απομόνωσης. Σύμφωνα με τον μουσικολόγο δρ Κωστή Δεμερτζή, τότε συνέθεσε ίσως το «Εμβατήριο Περιπάτου» και το «Λάργκο Σινφόνικο». Πώς πιστεύετε ότι επηρέασε τη μουσική του πορεία η κράτησή του στο Χαϊδάρι και γενικότερα τα βιώματα που απόκτησε εκείνη την εποχή;

Βύρων Φιδετζής: Αυτή η ξεκάθαρη στροφή του Σκαλκώτα που συμβαίνει βασικά τα μεταπολεμικά χρόνια και είδαμε παραπάνω, πιστεύω ότι βασίστηκε και στις εμπειρίες του συνθέτη απ’ τον πόλεμο και την κατοχή. Η σε βάθος διερεύνηση του μουσικού υλικού με εργαλεία τις διδαχές του δασκάλου του, Αρνολντ Σαίνμπεργκ, στη δεκαετία του 1930 έφθασε σίγουρα σε μια κορύφωση με έργα όπως το «Κοντσέρτο για βιολί» ή «Η Επιστροφή του Οδυσσέα». Ομως, τα βιώματα, τόσο τα ατομικά, όσο και τα συλλογικά, της τραγικής αλλά και αφάνταστα ηρωικής δεκαετίας του 1940 θεωρώ ότι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη σκέψη του και συνακόλουθα στη δημιουργία του. Ο Νίκος Σκαλκώτας δεν ήταν ο συνθέτης που «έλυνε» μουσικά σταυρόλεξα με τους 12 φθόγγους, αλλά ο μουσουργός ενός μουσικού κόσμου με μεγάλο βάθος και ακμαία έκφραση. Ηταν τραγική ατυχία για την πατρίδα μας που αυτός ο μεγαλοφυής άνθρωπος «έφυγε» τόσο νωρίς, μόλις στα 45 του. Ωστόσο μας άφησε παρακαταθήκη το σπουδαίο έργο του που στην ακμή της δημιουργικής του εξέλιξης, έδειξε τι είναι μουσικά άξιο, γνήσιο και άρα αληθινό και ουσιαστικά λαϊκό.

— Μαέστρο μου, δώστε μας ομοιότητες και διαφορές στο στιλ, τις επιδράσεις κ.λπ. με αντίστοιχα έργα του ρεπερτορίου. Δηλαδή, «36 Ελληνικοί Χοροί» του Σκαλκώτα με τους «Σλαβόνικους» και τους «Ρουμάνικους Χορούς» των Ντβόρζακ και Μπάρτοκ αντίστοιχα. Και η σκαλκωτική «Θάλασσα» με αυτήν του Ντεμπισί.

Β. Φ.: Το κλειδί για την κατανόηση του πώς αντιμετωπίζει ο Σκαλκώτας το δημοτικό μουσικό υλικό νομίζω ότι βρίσκεται στην επεξηγηματική αναφορά του στον υπότιτλο του κάθε χορού, όπου π.χ. γράφει: «Μακεδονικός χορός, επεξεργασία για ορχήστρα». Το τι εννοεί βεβαίως ο Σκαλκώτας με τη λέξη «επεξεργασία» είναι κατά τη γνώμη μου απολύτως σαφές. Η μεθοδική εντρύφησή του στην επιστήμη της σύνθεσης τού έδωσε την ευχέρεια, σε συνδυασμό με τη μουσική του ιδιοφυΐα και τα προσωπικά του βιώματα, να προσεγγίσει και να επεξεργαστεί το υλικό του δημοτικού μέλους από διαφορετική σκοπιά σε σχέση με τη γενιά Καλομοίρη. Οπωσδήποτε συνέβαλαν στη διαμόρφωση της αισθητικής του, τόσο η μουσική εξέλιξη – ιδιαίτερα μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο – όσο και η μακρόχρονη παραμονή του στην πόλη του Βερολίνου, την πολύχρωμη και κρίσιμη για την τέχνη των ήχων δεκαετία του 1920. Η ιδιαίτερη πρωτοτυπία του στη μορφολογική δόμηση των χορών, η τελείως υποκειμενική κι ευφάνταστα αιχμηρή αρμονία, όπως και η μεγαλοφυής ενορχήστρωση καθιστούν τον κύκλο των «36 Ελληνικών Χορών» του Νίκου Σκαλκώτα ένα μοναδικό, κατά τη γνώμη μου, καλλιτεχνικό επίτευγμα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Σε σχέση με τους αριστουργηματικούς «Σλαβικούς χορούς» του Ντβόρζακ ή τους «Ουγγρικούς χορούς» του Μπραμς, μπορώ να πω ότι διόλου δεν υπολείπονται σε φαντασία και μαστοριά, τους θεωρώ δε ως σύλληψη και πραγμάτωση ισάξιους, αν όχι ανώτερους, των «Ρουμάνικων χορών» του Μπέλα Μπάρτοκ. Ισάξιο με το ομώνυμο αριστούργημα του Ντεμπισσύ θεωρώ επίσης και το μπαλέτο του για τη «Θάλασσα» ή όπως ο ίδιος ο Σκαλκώτας υπονοεί, για την ελληνική θάλασσα. Στο έργο αυτό απεικονίζει μουσικά τη ζωή των θαλασσινών και τους σχετικούς με το υγρό στοιχείο θρύλους του λαού μας. Αντίστοιχα στο μπαλέτο του με τίτλο «Τέσσερις Εικόνες», μας δίνει μια μουσική περιγραφή της ζωής του ελληνικού λαού στη στεριά. Και τα δύο αυτά έργα προσφέρουν πραγματικά ένα πρότυπο για το τι είναι όντως ανθρωποκεντρικό και κατ’ επέκταση γνήσια λαϊκό. Συνδυάζουν υψηλή καλλιτεχνική ποιότητα και μαστοριά με μια μουσική γλώσσα προσιτή και στον απλό άνθρωπο, ακριβώς όπως και στους «36 Ελληνικούς χορούς».

***

— Αγαπητέ κύριε Σαμαλτάνε, έχετε αποκλειστικό συμβόλαιο με την BIS για τη δισκογράφηση όλων των σόλο πιανιστικών έργων του Σκαλκώτα. Κάποια τα έχετε εκδώσει ήδη. Εχετε εντρυφήσει λοιπόν στο έργο του. Μιλήστε μας σας παρακαλώ γενικά για το πιανιστικό του έργο.

Ν. Σαμαλτάνος: Ο Σκαλκώτας συνθέτει το 1940 μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου έναν πιανιστικό κύκλο 32 κομματιών υπερβατικής μουσικής και τεχνικής δεξιοτεχνίας. Ηδη με την (Πρώτη) Σουίτα για πιάνο (1936) έχει φτάσει σε ένα πιανιστικό συνθετικό αποκορύφωμα με την εφαρμογή και εξέλιξη των γνώσεών του από την αυστηρή δωδεκάφθογγη διδασκαλία του Σαίνμπεργκ. Ο κύκλος των 32 κομματιών, μια σειρά από χαρακτηριστικά κομμάτια με τίτλους, όπως «Φανταστική Σπουδή», «Ιταλική Σερενάτα», «Ιντερμέτζο», «Ελληνικός Χορός», με κορυφή την «Πασσακάλια» στο μέσον, κύκλος που είναι φτιαγμένος σύμφωνα με την Πυθαγόρεια Δομή του Χρυσού Αριθμού, υποσυνείδητα από τον συνθέτη, περιλαμβάνει εδώ όσα είναι δυνατόν να αναπαραχθούν στο πιάνο. Ο συνθέτης καθοδηγεί τον πιανίστα στο έπακρο των διανοητικών και κινητικών δυνατοτήτων του και, όπως υπογραμμίζει και στον πρόλογό του, δεν προτείνει τίποτε λιγότερο από μια νέα αντιμετώπιση της τεχνικής του πιάνου. Θεματικοί και μοτιβικοί δεσμοί κυκλοφορούν μεταξύ των κομματιών, με συχνά την προαναγγελία του επόμενου κομματιού από ένα που προηγείται. Παρότι γραμμένα σε ατονικό σύστημα και όταν ο ερμηνευτής έχει σεβαστεί ή τουλάχιστον πλησιάσει τις μετρονομικές υποδείξεις του συνθέτη, δημιουργείται η εντύπωση ενός ακούσματος που πλησιάζει την τονική μουσική. Προϋπόθεση φυσικά μια πολύχρονη προετοιμασία, όπως άλλωστε ζητείται και για κάθε απαιτητικό έργο του μουσικού ρεπερτορίου, ώστε να εμπεδωθούν οι σχετικοί αυτοματισμοί στον ερμηνευτή.

— Εχετε δισκογραφήσει επίσης τις 16 μελωδίες του για μέτζο – σοπράνο και πιάνο με την εξαιρετική Αγγελική Καθαρίου. Μαζί με τη στέρεη γνώση σας, μπορείτε να μας τα αντιπαραβάλετε με κάποια αντίστοιχα του δασκάλου του, Αρνολντ Σαίνμπεργκ;

Ν. Σ.: Μια πρώτη ηχογράφηση των 32 κομματιών είχε ξεκινήσει την εποχή των σπουδών μου στη Μόσχα, όπου ήδη είχα παρουσιάσει την «Επιστροφή του Οδυσσέα», μέρος των 32 κομματιών, καθώς και έργα για βιολί και πιάνο με τη συμμετοχή της σπουδαίας βιολονίστριας Ζόρια Σιχμουρζάγιεβα σε πρώτες ρωσικές εκτελέσεις. Δυστυχώς, λόγω επισκευών της αίθουσας, η ηχογράφηση δεν ολοκληρώθηκε.

Επιστρέφοντας στο Παρίσι, μου μεταδόθηκε η πληροφορία ότι η BIS ετοιμάζει να εκδώσει το πλήρες έργο του Σκαλκώτα. Μετά από σχετική επικοινωνία, έστειλα ένα μικρό δείγμα από τις ηχογραφήσεις μου. Ενθουσιασμένος ο διευθυντής της BIS, Robert von Bahr (Ρόμπερτ βον Μπαρ), μου πρότεινε συνεργασία για το πλήρες πιανιστικό έργο και αργότερα επεκτάθηκε στα έργα μουσικής δωματίου και τον κύκλο των 16 τραγουδιών. Σήμερα, λόγω της αλλαγής του δισκογραφικού τοπίου, 20 χρόνια μετά, οι ηχογραφήσεις αυτές συνεχίζονται στη «Melism records» που έχω ιδρύσει.

Ο κύκλος των 16 τραγουδιών για μέτζο – σοπράνο και πιάνο είναι εμπνευσμένος από τη ζωή της υπαίθρου. Στα κείμενα του Χρίστου Εσπερα, ψευδώνυμο του Χρίστου Ευελπίδη, βρίσκουμε τίτλους, όπως «Ο Αργαλειός», «Η Συκιά», «Ο Γεωργός». Η πιανιστική γραφή είναι σχετικά παραπλήσια με αυτή των 32 κομματιών για πιάνο, αλλά θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ο Σκαλκώτας ζητά ακόμη κάτι πιο δύσκολο με τον συνδυασμό φωνής και πιάνου. Δεν πρόκειται φυσικά για μια απλή πιανιστική συνοδεία που συνοδεύει τη φωνή, όπως τα «κλασικά» λίντερ. Η γραφή του πιάνου είναι και εδώ ιδιαίτερα πολύπλοκη με το ζητούμενο να παιχθεί όσο πιο διάφανα είναι δυνατόν, για να μην παρενοχλεί τις αρμονικές συχνότητες της φωνής. Η γραμμή της φωνής ακροβατεί διαγράφοντας διαστήματα τα οποία απαιτούν τεράστιο έλεγχο της τεχνικής, αλλά και απόλυτο αυτί προκειμένου να αποδοθούν με τονική και ρυθμική ακρίβεια – συχνά σε εξαιρετικά γρήγορα tempi (δηλαδή γρήγορους ρυθμούς) – ενώ παράλληλα η ευκρίνεια στην άρθρωση του λόγου αποτελεί αδιαπραγμάτευτο ζητούμενο, διατηρώντας δε όλα τα ηχοχρωματικά χαρακτηριστικά της ελληνικής γλώσσας προκειμένου το κείμενο να είναι κατανοητό από τον ακροατή. Σαφώς τα περισσότερα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά, πλην της Ελληνικής, συγγενεύουν άρρηκτα με τον κύκλο τραγουδιών του Σαίνμπεργκ «Το Βιβλίο των Κρεμαστών Κήπων». Η χρήση της ελληνικής γλώσσας είναι μια επιπλέον δυσκολία, καθώς, όπως γνωρίζουμε, οι βάσεις στην τεχνική του λυρικού τραγουδιού έχουν τεθεί στην ιταλική γλώσσα.

Η ηχογράφηση του κύκλου αυτού, σε πρώτη παγκόσμια, σηματοδοτώντας σαφώς και το ξεκίνημα της μακράς συνεργασίας μας με την μεσόφωνο Αγγελική Καθαρίου, αποτελεί μία πολύ μεγάλη πρόκληση τόσο για τον πιανίστα και τον τραγουδιστή ξεχωριστά όσο και στο επίπεδο της μουσικής σύμπραξης.

***

— Αγαπητέ κύριε Ταμβάκο, ποιο ποσοστό αναλογεί στην ελληνική και ξένη δισκογραφία στον Σκαλκώτα αναλογικά με τους υπόλοιπους Ελληνες συνθέτες της εποχής του, όσο ζούσε, αλλά και μετά θάνατον; Δώστε μας σας παρακαλώ κάποια στατιστικά στοιχεία, αναλογίες και παραδείγματα.

Θωμάς Ταμβάκος: Η δισκογραφική παρουσία του Σκαλκώτα ως συνθέτη, όσο ζούσε, είναι ισχνότατη, περιορίζεται σε μόλις δύο δισκογραφήματα με δίσκους 78 στρ. (γραμμοφώνου) και μάλιστα σε διασκευές/εναρμονίσεις δημοτικών τραγουδιών από την εποχή των σπουδών του στο Βερολίνο. Σε αντίθεση με άλλους συνθέτες της εποχής του (ενδεικτικά αναγράφονται εδώ ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης και ο Νίκος Χατζηαποστόλου με τις οπερέτες τους και ο Διονύσης Λαυράγκας). Μετά την εκδημία του και έως τις μέρες μας κυκλοφόρησαν 215 δισκογραφήματα (59 επαφής και 156 ακτίνας) και 16 ψηφιακές εκδόσεις με έργα του, με περισσότερες από 90 στην Ελλάδα. Το σύνολο των δισκογραφημάτων (με τις επανεκδόσεις τους) θεωρείται αρκετά ικανοποιητικό, αν συγκριθεί με τις επίσημες δισκογραφίες άλλων Ελλήνων και ελληνικής καταγωγής συνθετών. Μόνο το αντίστοιχο σύνολο του Ιάννη Ξενάκη είναι υπέρτερο ποσοτικά με 290 δισκογραφήματα. Σε απόσταση ακολουθούν τρεις ομογενείς μας συνθέτες: Ο Μπόρις Παπαντόπουλο από την Κροατία με 170 δισκογραφήματα, ο Γεώργιος Γκουρντζίεβ από την Αρμενία (και γνωστός φιλόσοφος) με 160, ο Γεράσιμος Δενδρινός από τη Ρουμανία με 140, ο Μανώλης Καλομοίρης και ο Θ. Σακελλαρίδης με 130 και ο Νικόλαος Μάντζαρος (λόγω του «Υμνου εις την Ελευθερίαν») με 120. Στην παγκόσμια δισκογραφία, και σε σύγκριση με τους συνθέτες της εποχής του (Στραβήνσκη, Ραχμάνηνοβ, Σαίνμπεργκ – Choenberg, Μπεργκ – Berg κ.λπ.), ο Σκαλκώτας ευρίσκεται σε αρκετά ικανοποιητική θέση και με άνεση είναι στην πρώτη εικοσάδα. Πάντως, τη μερίδα του λέοντος στη δισκογράφηση έργων του κατέχουν οι δημοφιλείς «36 Ελληνικοί Χοροί» (όχι ολόκληρο το έργο) σε διάφορες μορφές ενοργάνωσης. Δισκογραφήθηκαν συνολικά 92 έργα του.

— Η ελληνική πολιτεία έχει βοηθήσει οικονομικά στην περίπτωση «δισκογραφία Σκαλκώτα»; Υπάρχει εν γένει κρατική μέριμνα για τέτοιες πολιτισμικές δράσεις – εκπαίδευση του κοινού;

Θ. Τ.: Η οικονομική αρωγή της ελληνικής πολιτείας στη δισκογραφία του Σκαλκώτα είναι σχεδόν ανύπαρκτη, με την εξαίρεση κάποιων ελάχιστων φορέων της που συνέδραμαν στο κόστος της παραγωγής πολυσυλλεκτικών – από την πλευρά της συμμετοχής συνθετών – δισκογραφικών εκδόσεων. Τέτοια λαμπρή εξαίρεση είναι η έκδοση της κασετίνας «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΥΡΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ 1888 – 1988» του ΥΠΠΟ, στην οποία εμπεριέχεται – σε επανέκδοση – η διασκευή/εναρμόνιση της Διαμάντως από δισκογράφημα γραμμοφώνου. Οσον αφορά στη συνδρομή του κράτους και των αρμόδιων φορέων σε πολιτισμικές δράσεις – εκπαίδευση του κοινού, όπως αναφέρεστε – είναι και πάλι περιπτωσιακή και όχι συστηματική και με ουσιαστική προοπτική ούτως ώστε το κοινό να προσελκύσει τη λόγια μουσική, όπως της αρμόζει.

— Σχετικά με τη βιβλιογραφία εδώ και στο εξωτερικό για τη ζωή και το έργο του, μπορείτε να μας διαφωτίσετε;

Θ. Τ.: Με την περίπτωση Σκαλκώτα έχουν – ευτυχώς – ασχοληθεί αρκετοί ερευνητές, μουσικολόγοι, μουσικοί στην Ελλάδα, προεξάρχοντος του Γιάννη Γ. Παπαϊωάννου, φίλου του συνθέτη και μουσικολόγου (δημιουργού του Αρχείου Σκαλκώτα και της Εταιρείας Φίλων Σκαλκώτα) και στο εξωτερικό. Στα 35 περίπου βιβλία που γράφτηκαν και εκδόθηκαν για τον συνθέτη (σε αυτά και η έκδοση «Νίκος Σκαλκώτας. Επίσημη δισκογραφία 1929-2019» του Θ. Ταμβάκου) μπορούμε να προσθέσουμε και τις 55 διπλωματικές και πτυχιακές εργασίες υποψήφιων μουσικολόγων σε αρκετά πανεπιστήμια, ελληνικά και του εξωτερικού. Αυτή η συγγραφική παραγωγή είναι σε γενικές γραμμές πολύ ικανοποιητική και σημαντική. Φωτίζει το σκαλκωτικό φαινόμενο από πολλές πλευρές και αναδεικνύει το κορυφαίο ποιοτικό μέγεθός του ως συνθέτη. Νομίζω ότι δύο ελληνικές εκδόσεις αξίζουν της μέγιστης προσοχής μας. Η πρώτη είναι ο συλλογικός τόμος για τα 60 χρόνια από την εκδημία του συνθέτη (Εκδόσεις Μουσείου Μπενάκη, Αθήνα, 2009) και η δεύτερη με τίτλο «Νίκος Σκαλκώτας. Μία προσπάθεια είσδυσης στον μαγικό κόσμο της μουσικής δημιουργίας του», 2 τόμοι («Εκδόσεις Νάκας», Αθήνα, 2004) του Γ. Γ. Παπαϊωάννου.