Εκδήλωση για τη γυναίκα της Ρούμελης στον ΔΣΕ στη Λαμία

.   5 Δεκεμβρίου 2016   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Εκδήλωση για τη γυναίκα της Ρούμελης στον ΔΣΕ στη Λαμία

Σε μια εξαιρετικά συγκινητική εκδήλωση, στο Δημοτικό Θέατρο της Λαμίας, η ΕΠ Ανατολικής Στερεάς – Εύβοιας του ΚΚΕ, τίμησε την Κυριακή το πρωί, τις Ρουμελιώτισες μαχήτριες του ΔΣΕ, παρουσία πολυμελούς αντιπροσωπείας της ΚΕ του ΚΚΕ, με επικεφαλής τον ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Δημήτρη Κουτσούμπα.

Στην έναρξη της εκδήλωσης, όρθιοι οι παρευρισκόμενοι στο θέατρο, υποδέχτηκαν ομάδα από επιζήσασες του ΔΣΕ που πλαισιώνονταν από νέους και νέες της ΚΝΕ.

Στη Λαμία, στην καρδιά της Ρούμελης, στη γενέτειρα των λαογέννητων αγωνιστών, του Άρη Βελουχιώτη, του Τάκη Φίτσιου, του Γιώργη Φράγκου, του σεμνού αγωνιστή γραμματέα της Περιφερειακής Επιτροπής Φθιώτιδας – Ευρυτανίας του ΚΚΕ Γιώργη Γιαταγάνα και άλλων αγωνιστών μελών και στελεχών του ΚΚΕ που πρωτοστάτησαν σε αυτό τον τιτάνιο αγώνα,
τιμήθηκε η γυναίκα της Ρούμελης που ήταν παρούσα, και από πολλά μετερίζια σε αυτόν τον αγώνα, πάλεψε και απέδειξε με τον πιο περίτρανο τρόπο ότι η παλικαριά δεν είναι ιδιότητα μόνο των αντρών.

Στη έναρξη της εκδήλωσης ο Κώστας Μπασδέκης, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και γραμματέας της ΕΠ Ανατολικής Στερεάς – Εύβοιας του ΚΚΕ, παρουσίασε μια εκτεταμένη εισήγηση για τις Ρουμελιώτισσες γυναίκες που πήραν μέρος στον αγώνα του ΔΣΕ. (Δείτε εδώ βίντεο)

Η κεντρική ομιλία έγινε από την Αλέκα Παπαρήγα, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ (Δείτε πάνω το βίντεο και διαβάστε παρακάτω όλη την ομιλία).

Ακολούθησε θεατρική αφήγηση από την Ελένη Γερασιμίδου με αποσπάσματα από το βιβλίο «Η Μυρτιά του βουνού» της Ελένης Τραγγανίδα – Μακρυνιώτη. (Δείτε εδώ βίντεο)

Αμέσως μετά στο βήμα ανέβηκε η ίδια η μαχήτρια του ΔΣΕ Ελένης Τραγγανίδα – Μακρυνιώτη η οποία έκανε μια σύντομη αναφορά στη διλοχία της Ταξιαρχίας του Κρόνου που έκανε τη διείσδυση στην Πάρνηθα. (Δείτε εδώ βίντεο)

Η ΕΠ Ανατολικής Στερεάς – Εύβοιας του ΚΚΕ απένειμε τιμητικές πλακέτες στις παρούσες μαχήτριες του ΔΣΕ και στις οικογένειες όσων δεν μπόρεσαν να παραβρεθούν. Η εκδήλωση έκλεισε με το «Πέσατε θύματα». (Δείτε εδώ βίντεο)

Η ομιλία της Αλέκας Παπαρήγα

«Είναι πολύ δύσκολο να εκτιμήσουμε σε βάθος και να θαυμάσουμε το μεγάλο ρόλο που έπαιξαν οι γυναίκες του ΔΣΕ αν δεν σκύψουμε έστω συνοπτικά στο χαρακτήρα της αναμέτρησης αυτής, αν δεν μελετήσουμε την πείρα από την ειδική γυναικεία δουλειά που πραγματοποιούνταν στις γραμμές του. Όχι για να αντιγράψουμε, αλλά γιατί υπάρχουν πλευρές που δεν έχουν ξεπεραστεί παρά το γεγονός ότι υπάρχουν σύγχρονες εξελίξεις που απαιτούν και νέες λύσεις.

Οι εξελίξεις στην Ελλάδα, στην περιοχή, παγκόσμια θέτουν επιτακτικά το ζήτημα της προσέλκυσης, της μεγάλης μάζας των γυναικών που ανήκουν στην εργατική τάξη και στους κοινωνικούς της συμμάχους, στον ταξικό αγώνα, στον αγώνα κατά του καπιταλισμού, κατά των μονοπωλίων, εναντίον του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Και αν το 1946-49 ο γυναικείος αγώνας ήταν και μαζικός και ηρωικός σήμερα πρέπει να πάρει ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις.

Είναι γνωστό ότι το Κόμμα μας απορρίπτει την υποκριτική αστική αντίληψη ότι ο ένοπλος ταξικός εμφύλιος 1946-49 ήταν ένας “αδελφοκτόνος” πόλεμος, την ανάλογη λαθροχειρία των μικροαστών, οπορτουνιστών που κηρύσσουν ότι “αδελφός δεν πρέπει να σκοτώνει αδελφό”, ότι αρκεί η “εθνική” ενότητα, η “εθνική ομοψυχία” για να λυθούν, τάχα, οι ασυμφιλίωτες ταξικές διαφορές.

Η ταξική πάλη δεν σταματά ούτε την περίοδο της ξενικής κατοχής και του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, ούτε σε περίοδο δικτατορίας, ή κάποιας μορφής εκτροπής. Σε κάθε φάση, σε κάθε περίοδο τα στρατόπεδα είναι δύο: Το ένα γύρω από την αστική τάξη και το άλλο γύρω από την εργατική τάξη. Τα ενδιάμεσα στρώματα είτε στο ένα μέρος τους θα πάνε με την αστική τάξη ή σε άλλο μέρος τους με την εργατική. Η “εθνική ομοψυχία” που επικαλείται η αστική τάξη και τα κόμματά της είναι απαίτηση υποταγής της εργατικής τάξης, του λαού που υποφέρει.

Όταν η αστική τάξη διεξάγει ιμπεριαλιστικό πόλεμο εναντίον άλλης ανταγωνίστριας αστικής τάξης, για να μοιράσουν ή να ξαναμοιράσουν τα μερίδια της καπιταλιστικής αγοράς, τότε οδηγούν ένα λαό να σκοτώνει ένα άλλο λαό. Πρόκειται για ιμπεριαλιστικό πόλεμο και όχι γενικά ένα πόλεμο που ξέσπασε ανάμεσα σε λαούς, οι λαοί καλούνται να δώσουν το αίμα τους, για τα συμφέροντα των ανταγωνιζόμενων καπιταλιστικών κρατών.

Εμάς, πριν απ’ όλους απασχολεί το κρίσιμο ζήτημα: Να μη χύνουν οι λαοί το αίμα τους για τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών, για το ποιο καπιταλιστικό κράτος θα βγει κερδισμένο ή ηττημένο στην αναδιανομή των αγορών, για το ποιος επιχειρηματικός κλάδος θα βγάλει κέρδη και κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά τη λήξη του. Εννοείται ότι δεν πρέπει να χύνουν το αίμα τους και για τα συμφέροντα της δικής τους αστικής τάξης είτε εμφανίζεται επιτιθέμενη είτε στα πλαίσια των ανταγωνισμών, ως αμυνόμενη…

Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα έχουν πολλαπλασιαστεί οι αστικές επιστημονικοφανείς μελέτες, για την περίοδο 1946-49, καθώς πανεπιστημιακοί καθηγητές συγγράφουν εγχειρίδια αντικομουνιστικής προπαγάνδας, σε αντίθεση με τα υποκριτικά κηρύγματα λίγα χρόνια πριν περί της “λήθης του παρελθόντος”.

Είναι η περίοδος που διανύουμε που υποχρεώνει την αστική τάξη και τα επιτελεία της, να ανησυχούν, να μελετούν την πείρα του παρελθόντος, κυρίως όμως να εξετάζουν με ποιες δοκιμασμένες ή νέες μορφές επίθεσης θα προλάβουν την ανασύνταξη του κινήματος, πνίγοντας την ταξική αφύπνιση, την ανάπτυξη της πολιτικής συνείδησης. Γυροφέρνουν λοιπόν, όπως κάνει πολλές φορές ο ένοχος, στον τόπο του εγκλήματος: Κατοχή, απελευθέρωση, μετακατοχική περίοδο, περίοδος του ταξικού εμφύλιου 1946-49. Σίγουρα θα υπάρξει ετοιμασία και για την παρέμβαση για τα χρόνια της δικτατορίας, καθώς τον Απρίλη του 2017 κλείνουν 50 χρόνια από την επικράτηση της δικτατορίας.

Ασχολούνται αρκετά συστηματικά με το Β’ Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο που η λήξη του οδήγησε στην απόσπαση από τον καπιταλισμό άλλων 8 χωρών στην Ευρώπη, ενώ ορισμένες αποικίες χάθηκαν από ισχυρά καπιταλιστικά κράτη, που ήταν μάλιστα και στο στρατόπεδο των ιμπεριαλιστών νικητών. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος από τη φύση του και με τις συνέπειες που φέρνει, μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες επαναστατικής κατάστασης σε μία η περισσότερες χώρες, ενώ μεγάλες λαϊκές μάζες είναι εξοπλισμένες.

Στις μέρες μας γινόμαστε μάρτυρες εκτεταμένης διεθνούς συζήτησης που παίρνει και τη μορφή έντονης αντιπαράθεσης ανάμεσα σε αστούς επιστήμονες, επώνυμες σχολές, τάσεις, τις λεγόμενες “δεξαμενές σκέψης”. Στο επίκεντρο της αγωνίας είναι η επιβράδυνση της διεθνούς καπιταλιστικής οικονομίας και οι εγγενείς αντιφάσεις της. Οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη δεν φαίνεται ότι μπορεί να ξεπεραστούν με προσωρινές συμφωνίες και τα τυπικά πολιτικά μέσα.

Πρόκειται για αντιφάσεις που δεν οφείλονται στον υποκειμενικό παράγοντα, αλλά αναδεικνύονται στα έγκατα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, είναι στη φύση του, και μάλιστα την εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Τα διάφορα διαχειριστικά μείγματα που συζητούνται δεν αφορούν στα δικαιώματα των λαών, των εργαζομένων, αλλά στα καθολικά συμφέροντα του συστήματος με το λαό να ζει στην παθητικότητα, με αδράνεια σκέψης, ώστε αν χρειαστεί, να χύσει εθελοντικά το αίμα του στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο για τα συμφέροντα της ελληνικής αστικής τάξης και των συμμάχων της.

Ένα από τα ζητήματα της περιόδου 1946-49, που προσφέρει πολύτιμη πείρα, αποτελεί η συμμετοχή των γυναικών, που τινάζει στον αέρα την αστική προπαγάνδα, παραδοσιακή και σύγχρονη για το ρόλο, τις δυνατότητες της γυναίκας, δείχνει την ουσία και το μέτρο της χειραφέτησης, της ισοτιμίας, της ισότητας. Στα στόματα των αστών αυτές οι λέξεις είναι υποκρισία στο τετράγωνο, στα δικά μας είναι συνείδηση, γνώση της ταξικότητας του γυναικείου ζητήματος και προ πάντων υπόθεση σεβασμού της ενότητας θεωρίας και πράξης.

Η συμβολή της γυναίκας στο ΔΣΕ, αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα κεφάλαια, της κορυφαίας ταξικής πάλης στη χώρας μας, καθώς ξεπέρασε κατά πολύ τον επίσης σημαντικό ρόλο των γυναικών στα χρόνια της πολύμορφης ένοπλης αντίστασης κατά της τριπλής κατοχής, γερμανικής, ιταλικής και βουλγαρικής, άλλων μεγάλων στιγμών των εργατικών – λαϊκών αγώνων.

Δεν υπάρχει καθήκον, υποχρέωση του Κόμματος απέναντι στην εργατική τάξη και τους κοινωνικούς της συμμάχους, καθήκον που απορρέει, επίσης, από τον κομμουνιστικό, τον προλεταριακό διεθνισμό που δεν εξαρτάται από τη δράση του Κόμματος για την ισότιμη συμμετοχή της γυναίκας στον καθημερινό αγώνα, στους μεγάλους αγώνες που έρχονται, στην υπόθεση της πάλης για την εργατική εξουσία.

Πριν το Β’ Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο, και στην περίοδο που αναφερόμαστε, η αστική τάξη με τις αντιλήψεις για την κατωτερότητα της γυναίκας, την αποκλειστικότητα στο ρόλο της μητέρας και της συζύγου, με την υποκριτική της ηθική, είχε σχετική ευκολία να κρατά τις γυναίκες στο περιθώριο.

Στα μεταπολεμικά χρόνια, οι ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας απαιτούσαν την σχετικά μαζική εργασία των γυναικών και στους πιο σύγχρονους κλάδους και τομείς της οικονομίας, άρα ανάπτυξη και του μορφωτικού της επιπέδου. Ταυτόχρονα όμως έγιναν προσαρμογές στην ιδεολογική επίθεση κατά των γυναικών και των ανδρών, όσον αφορά στην ισοτιμία των δύο φύλων. Η σύγχρονη επίθεση στη συνείδηση είναι πιο ύπουλη, ιδιαίτερα για τις νεώτερες ηλικίες, μία από τις σύγχρονες αντιεπιστημονικές και ανορθολογικές θεωρίες αποτελεί αυτή περί “κοινωνικού φύλου”.

Κανένας και καμία σ’ αυτή την αίθουσα, ούτε ένας κομουνιστής και κομουνίστρια δεν πρέπει να θεωρεί ότι σήμερα είναι πιο εύκολη η πάλη κατά της εκσυγχρονισμένης, ως ένα βαθμό, φιλελεύθερης, σοσιαλδημοκρατικής και οπορτουνιστικής αντίληψης για το ρόλο της γυναίκας και τις σχέσεις των δύο φύλων, σε σύγκριση με τον σκοταδισμό του παρελθόντος.

Η αστική τάξη και τα κόμματά της, οι συνδιαχειριστές ανεξάρτητα πρόσημου, στη μόνη γυναίκα που δίνουν έμπρακτες ευκαιρίες και προϋποθέσεις να αναδεχθεί είναι αυτή της αστικής τάξης και σε σημαντικό βαθμό των ανώτερων μεσαίων στρωμάτων. Αυτές τις γυναίκες προβάλλουν και κολακεύουν, τους δίνουν ευκαιρίες ανάδειξης στη θέση της πρωθυπουργού, υπουργού, Προέδρου Δημοκρατίας, προέδρου μονοπωλιακών ομίλων, διευθυντικών στελεχών κ.λπ. Γι’ αυτές τις γυναίκες δεν μπαίνει εμπόδιο ούτε το άγχος της ανεργίας, της εξοντωτικής δουλειάς, της ημιαπασχόλησης, του χαμηλού μισθού, της μητρότητας, της φροντίδας για τους ηλικιωμένους και τα ΑμΕΑ, είναι θέμα επιλογής και γούστου αν θέλουν να αναδειχθούν, να διακριθούν.

Στις γυναίκες της εργατικής, της λαϊκής οικογένειας ο καπιταλισμός έδωσε νέους ρόλους, δίπλα στους παραδοσιακούς, έκανε έτσι ακόμα πιο κραυγαλέα την ανισοτιμία και καταπίεσή τους, την καθημερινή ασφυξία και το άγχος, την απουσία ελεύθερου χρόνου. Πολλαπλασιάζονται ταυτόχρονα οι δραστηριότητες που εκπορεύονται από αστικά επιτελεία και τα υποπροϊόντα τους, από τους θεσμούς του αστικού κράτους και των επιχειρηματιών που αναδεικνύουν χωρίς καμία τσιγκουνιά και το πρότυπο της “γυναίκας-γλάστρας”. Αν θέλεις να γίνεις “γυναίκα-γλάστρα” τότε το μπορείς -σχετικά εύκολα- ανεξάρτητα κοινωνικής ένταξης ή προέλευσης.

Εμείς δεν μιλάμε γι’ αυτή την ισοτιμία και τη χειραφέτηση, μιλάμε για την ισοτιμία σε συνθήκες κοινωνικής ισότητας, κατάργησης της ταξικής εκμετάλλευσης, που παίρνει υπόψη και την επιβίωση των αναχρονισμών, των παραδόσεων αλλά και βιολογικές ιδιαιτερότητες όπως είναι η θέση της γυναίκας στην αναπαραγωγή, ιδιαιτερότητες που σχετίζονται με το γυναικείο οργανισμό. Ταυτόχρονα ενδιαφερόμαστε και στο έδαφος του καπιταλισμού να διεκδικείται ό,τι είναι δυνατόν καλύτερο, να αναδεικνύονται πολλές γυναίκες στα όργανα του κινήματος, πράγμα που απαιτεί το Κόμμα, το ταξικό εργατικό κίνημα, να επεξεργάζονται μέτρα στήριξης των γυναικών ιδιαίτερα των νέων, των μητέρων, γενικά των γονιών, ώστε να μπορούν να συνδυάζουν την σκληρή καθημερινότητά τους, την ασφυξία προσωπικού ελεύθερου χρόνου με την ανιδιοτελή συμμετοχή στον αγώνα.

Να πάρουμε υπόψη ότι η συμμετοχή των βασανισμένων από τα προβλήματα της καθημερινότητας γυναικών έχει πολλές εναλλαγές. Σε περιόδους μεγάλων γεγονότων, οι γυναίκες ενεργοποιούνται, όταν όμως τα μεγάλα γεγονότα αποκρυσταλλώνονται σε αρνητικές εξελίξεις λιγότερο ή περισσότερο μακροχρόνιες, τότε με την ίδια ορμή που βγήκαν από το καβούκι τους, ξαναμπαίνουν, καθώς δυσκολεύονται να δρουν ορμητικά όταν τα πράγματα αργοσέρνονται. Το βάρος των πολλαπλών υποχρεώσεων, γίνεται πιο καταθλιπτικό γι’ αυτές. Άρα το ζήτημα της διαμόρφωσης ποιοτικά υψηλής πολιτικής συνείδησης, ιδεολογικής θωράκισης είναι πολύ σημαντικό για τις αγωνίστριες γυναίκες, ώστε να αντέχουν τα πισωγυρίσματα, την έλλειψη άμεσης αποτελεσματικότητας στον αγώνα, πολύ περισσότερο όταν σημειώνεται υποχώρηση.

Η μαζική τους συμμετοχή στον αγώνα του ΔΣΕ δεν ήταν τυχαία, ήταν καρπός και της συγκεκριμένης περιόδου σε συνδυασμό όμως και με την ειδική γυναικεία δουλειά του Κόμματος που αυξήθηκε, κάτω από τις επιτακτικές ανάγκες της ένοπλης πάλης και της αναζήτησης εφεδρειών.

Ο αγώνας του ΔΣΕ ανεξάρτητα από το χαρακτήρα που του προσδιόρισε το Κόμμα το ’46, ως αυτοάμυνα στην αρχή , ως μοχλό πίεσης για ομαλές δημοκρατικές εξελίξεις, εξ αντικειμένου οδηγούσε στη σύγκρουση για το “ποιος – ποιον”, για την εξουσία. Ήταν συνέχεια της ταξικής πάλης που εκφράστηκε στα χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα του 1941-44, των 33 ημερών του Δεκέμβρη του ’44 που σήμερα κλείνουν 77 χρόνια, της Λευκής Τρομοκρατίας που εξαπόλυσε, αμέσως μετά τη Βάρκιζα η αστική τάξη, τα κόμματά της και οι ιμπεριαλιστές σύμμαχοι, με στόχο να εξαφανίσουν το ΚΚΕ, να ευτελίσουν τον ΕΑΜικό και ΕΛΑΣίτικο απελευθερωτικό αγώνα σε μια περίοδο που 8 νέες χώρες στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Ευρώπη ως Λαϊκές Δημοκρατίες έδιναν τη μάχη για την εδραίωση της εργατικής εξουσίας.

Οι ηρωίδες μαχήτριες του ΔΣΕ αν και δεν είχαν, αρχικά, την πολιτική πείρα των ΕΛΑΣιτών, αν και υστερούσαν σε σύγκριση με τους συμμαχητές τους στην πολιτική μόρφωση, παρακινήθηκαν από δύο γεγονότα που αλληλεπιδρούσαν: Οι διωκόμενοι ήταν οι αντάρτες που ελευθέρωσαν την Ελλάδα και οι κυνηγοί κεφαλών ήταν οι δωσίλογοι, οι ταγματασφαλίτες και οι απόντες. Ενώ εκείνη την περίοδο η νίκη του σοσιαλισμού σε 8 χώρες και ο αναντικατάστατος ρόλος της Σοβιετικής Ένωσης στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ρόλος του Κόμματος στην Εθνική Αντίσταση φλόγιζε την επιθυμία για μια νέα κοινωνία.

Η αστική προπαγάνδα, που δεν μπορεί να αγνοήσει τα υψηλά για την περίοδο εκείνη ποσοστά συμμετοχής των γυναικών στο ΔΣΕ, έδωσε και δίνει μέχρι σήμερα τη δική τους ψεύτικη, συκοφαντική και για τις μαχήτριες απάντηση: Ότι πήραν μέρος μαζικά γιατί επιστρατεύθηκαν, υποχρεώθηκαν να καταταγούν στο ΔΣΕ, δεν ήταν επιλογή τους.

Ας δούμε ποια ήταν η αλήθεια.

Υπολογίζεται ότι οι μαχήτριες του ΔΣΕ ανέρχονταν στο ένα τέταρτο της συνολικής δύναμης, γύρω στις 15.000. Επιβεβαιώνεται άλλωστε και από τη σύνθεση των πολιτικών προσφύγων με βάση το φύλο, που βρέθηκαν στις σοσιαλιστικές χώρες, όπου η συνολική δύναμη το 1950 ήταν 39.000 περίπου, εκ των οποίων οι γυναίκες ήταν περίπου 15.000. Χιλιάδες όμως γυναίκες, επί πλέον, στήριζαν τη δράση του ΔΣΕ στα χωριά, στα μετόπισθεν. Η μαχητική γυναικεία επίδοση απλώνονταν σε όλους τους τομείς της πολεμικής δουλειάς, στη χρήση των βαριών όπλων ακόμα και του πυροβολικού. Στην ανίχνευση, στη ναρκοθέτηση και αποπαγίδευση. Στο σαμποτάζ και γενικότερα στο μηχανικό. Στην ελευθεροσκοπευτική δράση. Στη σκοπιά σε προχωρημένη θέση. Στο τολμηρό σούρσιμο μέχρι το χαράκωμα του εχθρού. Και φυσικά στην ορμητική επίθεση στα υψώματα είτε στους κατοικημένους τόπους.

Η συμμετοχή των γυναικών αυξήθηκε κυρίως από τα μέσα του 1948, ιδιαίτερα στο β’ εξάμηνο, στις κύριες ζώνες του πολέμου, με αποτέλεσμα σε πολλά τμήματα να φτάνει και να ξεπερνάει το 30% και το 35%, να υπάρχουν Ταξιαρχίες όπου στα μάχιμα τμήματα, στις ομάδες, η γυναικεία συμμετοχή έφτανε το 40, 45 ακόμα και το 50%.

Στην 1η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της Πανελλαδικής Δημοκρατικής Ένωσης Γυναικών, που ιδρύθηκε το ’46, αναφέρθηκε: “φτάσαμε και… 30% στα μάχιμα τμήματα είναι γυναίκες και περνούν το 70% στις άλλες στρατιωτικές υπηρεσίες.” Στην τελευταία μάχη στο Βίτσι, τον Αύγουστο του 1949, στην οργανική σύνθεση των δυνάμεων του ΔΣΕ, ήταν 2.250 γυναίκες.

Οι γυναίκες που ήταν στις υπηρεσίες ήταν και αυτές εκτεθειμένες στα πυρά της μάχης, δεν ήταν κάπου μακριά ασφαλείς.

Ανάμεσα στους μαχητές του ΔΣΕ, ο μέσος όρος ηλικίας των γυναικών ήταν μικρότερος από τον αντίστοιχο των ανδρών. Η κοινωνική σύνθεση των γυναικών ήταν ίδια με εκείνη των ανδρών, δηλαδή η συντριπτική πλειοψηφία προερχόταν από την αγροτιά.

Διακύμανση υπήρξε στο ποσοστό κομματικών μελών γυναικών, που κυμαινόταν μεταξύ 8% έως 21%.

Είναι γεγονός ότι στις 10 Φεβρουαρίου 1948, η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση ψήφισε το νόμο αριθμό 7, ο οποίος ρύθμιζε την επιστράτευση ανδρών και γυναικών στις γραμμές του ΔΣΕ. Η επιστράτευση ανταποκρινόταν και εξέφραζε την επιβολή της εξουσίας του ΔΣΕ στις απελευθερωμένες περιοχές, αντιστοιχούσε στον υποχρεωτικό χαρακτήρα της στράτευσης που είχε αυτή σε κάθε κράτος που συγκροτεί το στρατό του. Βεβαίως η επιστράτευση εκπλήρωνε την επιτακτική ανάγκη του ΔΣΕ να λύσει το πρόβλημα των εφεδρειών. Ταυτόχρονα εξέφραζε και την πεποίθηση ότι οι επιστρατευμένες γυναίκες, όπως και οι άνδρες, ήταν δυνατόν να κερδηθούν με τους σκοπούς του αγώνα του ΔΣΕ, καθώς οι επιστρατευμένοι στις απελευθερωμένες περιοχές δεν ήταν υποχρεωτικά, στο σύνολό τους εχθρικοί προς την ένοπλη πάλη, κυρίως είχαν αναστολές και διάφορες προσωπικές δυσκολίες, προκειμένου να αποφασίσουν τη συμμετοχή τους. Ο νόμος 7 προέβλεπε ειδική μέριμνα για τις γυναίκες, μόνο με τη δική τους θέληση και ύστερα από δικό τους αίτημα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθούν σε μάχιμες θέσεις, άρα οι επιστρατευμένες ήταν πολύ λιγότερες από τις εθελόντριες, δεν είχαν τα ίδια χαρακτηριστικά με την επιστράτευση στον εθνικό στρατό. Το κυριότερο είναι ότι οι επιστρατευμένες δεν έδειξαν λιγότερο ηρωισμό από τις εθελόντριες.

Δεν θα περιοριστώ στο γεγονός ότι δεν υπήρξε καμία διαφορά στην αυτοθυσία, στην αφοβία μπροστά στο θάνατο ανάμεσα στους άνδρες και στις γυναίκες μαχήτριες, αυτό που πρέπει να συγκεντρώσει την προσοχή και τον προβληματισμό μας είναι ότι οι γυναίκες για να καταταγούν στο ΔΣΕ, να πάρουν το όπλο στο χέρι, να στηρίξουν υπηρεσίες που τις εξέθεταν μπροστά στο θάνατο, έπρεπε να διαβούν πολύ περισσότερα εμπόδια από ότι όφειλαν να διαβούν οι άνδρες. Κορίτσια 15, 16 χρόνων, 18, πολύ νέες γενικά στην ηλικία, οι περισσότερες από τις οποίες δεν είχαν πάρει μέρος στον ΕΛΑΣ, σε στρατιωτικές μάχες.

Και μάλιστα με δεδομένες ορισμένες βιολογικές διαφορές και ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν τον γυναικείο οργανισμό που βέβαια για μας δεν αποτελούν παράγοντα ανισότητας αλλά στις συνθήκες του καπιταλισμού γίνονται το άλλοθι της θεσμοθετημένης ή και ανεξάρτητα από νόμους ταξικής φυλετικής ανισότητας.

Στη συνδιάσκεψη της ΠΔΕΓ, αναφέρονταν καθαρά ότι “…Πρέπει να βγάλουμε ένα εμπόδιο, να ξεριζώσουμε την υποτίμηση της γυναίκας που ακόμα υπάρχει και στο ΔΣΕ… Η υποτίμηση στη γυναίκα έχει πολύ παράδοση και δεν είναι εύκολο να φύγουν τα υπολείμματά της, αλλά πρέπει να καταλάβουμε πως στο λαϊκό μας κίνημα και στο ΔΣΕ είναι απαράδεκτη και βλαβερή. Να τη χτυπούμε ανοιχτά σε κάθε συγκεκριμένη της εκδήλωση. Να κάνουμε συνείδηση των μαχητών μας ότι έχουν καθήκον να τραβήξουν και να βοηθήσουν τη γυναίκα στην κοινή πάλη και ο ρόλος της σε αυτό τον αγώνα είναι αποφασιστικός… Αυτό είναι το καθήκον μας σήμερα”.

Η ανάδειξη των γυναικών στα όργανα του ΔΣΕ σημαντικός καρπός της ειδικής γυναικείας δουλειάς

Η γυναικεία δουλειά έπαιρνε τη μορφή οργανωτικών μέτρων, ώστε τα λόγια να μετατρέπονται σε πράξη.

Οι μαχήτριες και οι μαχητές συμμετείχαν στη συνέλευση της ομάδας, που λειτουργούσε σαν τμήμα της συνέλευσης της διμοιρίας, του λόχου, όπου με βάση την κριτική και αυτοκριτική, συζητιούνταν όλα τα ζητήματα για τη ζωή, τη συμβίωση, την εκπαίδευση και την πολεμική δράση του τμήματος.

Οι συνελεύσεις έδιναν τη δυνατότητα και την ευκαιρία στις μαχήτριες να κάνουν κριτική στις αδυναμίες και στα λάθη που παρουσιάζονταν στη ζωή τους και να προτείνουν μέτρα για τη διόρθωσή τους, ανέπτυσσαν την πρωτοβουλία των γυναικών, ανέβαζαν το θάρρος τους, ακόνιζαν το μυαλό τους.

Πρότειναν οι γυναίκες και τοποθετήθηκε σε κάθε Αρχηγείο από μια συναγωνίστρια που ως μέλος του Γραφείου θα συμμετείχε για την όλη δουλειά του Αρχηγείου. Επίσης τοποθετήθηκε από μία σε κάθε Τάγμα, που έκανε μια οποιαδήποτε δουλειά και επιπλέον θα έκανε και τη γυναικεία δουλειά.

Ένα από τα πιο σημαντικά μέτρα ήταν η απόφαση να τοποθετηθεί γυναίκα – στέλεχος ως βοηθός πολιτικού Επιτρόπου, από το Γενικό Αρχηγείο ως τη διμοιρία.

Οι Πολιτικοί Επίτροποι ήταν οι φορείς του πνεύματος της συνειδητής στρατιωτικής πειθαρχίας, της ενεργητικότητας, του ενθουσιασμού, της ανόδου του ηθικού πολιτικού ύψους. Αναδείχθηκαν γυναίκες Πολιτικοί Επίτροποι, 54 από τις οποίες ονομάσθηκαν ανθυπολοχαγοί. Πολιτικοί Επίτροποι ως απόφοιτοι σχολής ενώ πήραν αυτόν τον τίτλο και άλλες 129 λόγω ηρωισμού ή γιατί της ανέδειξαν οι ίδιες οι μονάδες τους.

Για να αναδειχθούν γυναίκες ως πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη χρειάζονταν ειδική ιδεολογική και πολιτική μορφωτική. Όλα αυτά έγιναν παρά τις αντιξοότητες που υπήρχαν. Από τις σχολές αξιωματικών του ΔΣΕ αποφοίτησαν 247 μαχήτριες με το βαθμό του ανθυπολοχαγού πεζικού και 1 με το βαθμό υπολοχαγού. Συνολικά πήραν το βαθμό του ανθυπολοχαγού 455, πάνω από 900 γυναίκες ήταν συνολικά βαθμοφόροι, ενώ 140 πήραν τον τίτλο της Τιμημένης Νεκρής και 394 τιμήθηκαν για τον μεγάλο ηρωισμό τους.

Στην Ελεύθερη Ελλάδα που δόθηκε το δικαίωμα της ψήφου στις γυναίκες και μάλιστα στα 18 χρόνια, όπως και στους άνδρες, εκλέχτηκε σημαντικός αριθμός γυναικών στα Λαϊκά Συμβούλια του χωριού η της επαρχίας, δικαστής στα Λαϊκά Δικαστήρια, Λαϊκός Πολιτοφύλακας, φρούραρχος ή αγροφύλακας. Στα τέλη του 1948 πάνω από 20% ήταν η συμμετοχή των γυναικών στα λαϊκά όργανα, ποσοστό πολύ μεγάλο για την συγκεκριμένη εποχή που συζητάμε και μάλιστα σε συνθήκες ένοπλης πάλης. Γυναίκες επίσης στήριξαν τα Λαϊκά Διδασκαλεία που αποτέλεσαν επίσης μεγάλης σημασίας θεσμούς τους ένοπλου αγώνα, και τα όποια βεβαίως απευθύνονταν στο σύνολο των παιδιών και όχι μόνο σε παιδιά και συγγενείς γενικά των ανταρτών.

Κυνηγήθηκαν και οι μαχήτριες και οι συγγενείς και οι συμπαριστάμενοι

Απέναντι στο θάνατο δεν βρίσκονταν μόνο οι γυναίκες με το όπλο στο χέρι στα βουνά. Κυνηγήθηκαν αλύπητα ακόμα και οι γυναίκες συγγενείς των μαχητών και μαχητριών, κάθε γυναίκα όπως και άνδρας που στήριζε την ένοπλη πάλη, είτε ζούσε στο χωριό είτε στα αστικά κέντρα. Οι γυναίκες της Ρούμελης, οι οικογένειές τους έζησαν κυριολεκτικά όλα τα βάσανα ακόμα και εκείνα που δύσκολα ένας απλός άνθρωπος μπορεί να φανταστεί αν δεν τα ζούσε από πρώτο χέρι.

Εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες μαζί με την οικογένειά τους ξεσπιτώθηκαν έμειναν στο δρόμο, χωρίς καμιά βοήθεια. Τους στοίβαξαν σε παράγκες ή σε ανοιχτές αυλές, και αυτό ήταν όλο.

Ταυτόχρονα η Μακρόνησος από το 1947 έγινε το κολαστήριο και για γυναίκες, ενώ γέμισαν οι φυλακές και από γυναίκες με μικρά μάλιστα παιδιά.

Διαβάζω, απόσπασμα, από ένα γράμμα που έστειλαν γυναίκες της Ρούμελης προς την Παγκόσμια Δημοκρατική Οργάνωση Γυναικών:

“Στο όνομα των εκατοντάδων γυναικών και μικρών παιδιών που δολοφονήθηκαν κατά τον πιο τρόπο στην τελευταία εκστρατεία του αμερικανόδουλου μισθοφορικού στρατού στη Ρούμελη, εξ ονόματος όλων των αγωνιστών και αγωνιστριών της εθνικής ανεξαρτησίας, που καθημερινά πέφτουν από τα βόλια, κάνουμε θερμή έκκληση στις γυναίκες όλου του κόσμου να υψώσουν φωνή διαμαρτυρίας ενάντια στους δολοφονημένους του λαού μας, ενάντια στα φρικιαστικότερα εγκλήματα που έγραψε ποτέ η ιστορία. Οι σφαγές του Διστόμου και του Κούρνοβου που έγιναν στη χιτλερική κατοχή, ωχριούν μπροστά στη θηριωδία και τη φρίκη των καινούργιων εγκλημάτων τύπου Γκρίζγουολντ. Οι μοναρχοφασίστες αφού δεν μπόρεσαν να τα βγάλουν πέρα με το ΔΣΕ, ξέσπασαν με λύσσα πάνω στον άμαχο πληθυσμό της περιοχής μας”.

Σήμερα το ζήτημα της ανασυγκρότησης του κινήματος τίθεται σε συνθήκες νίκης της αντεπανάστασης και μεγάλης -δεν φοβάμαι να χρησιμοποιήσω τον όρο- πρωτοφανούς υποχώρησης του επαναστατικού κινήματος, μια υποχώρηση που ακόμα δεν έχει τελειώσει οριστικά. Άρα η ανασύνταξη περιέχει νέες δυσκολίες, είναι πιο σύνθετη, όχι βεβαίως αδύνατη και ακατόρθωτη.

Σήμερα παλεύουμε στην Ελλάδα να αποτρέψουμε ακόμα χειρότερες εξελίξεις για την ζωή των εργαζομένων που υποφέρουν, να αποσπασθούν έστω κάποιες κατακτήσεις που ανακουφίζουν, αλλά όλα αυτά δεν αποτελούν ένα κλειστό πλαίσιο πάλης, αντίθετα εντάσσονται στον αγώνα για τη νίκη της εργατικής εξουσίας. Η ανασύνταξη του κινήματος σε μη επαναστατικές συνθήκες και μάλιστα σε συνθήκες υποχώρησης απαιτεί από εμάς πολλά όπως: Ταξικότητα και επιστημονικότητα, που συμβάλει στη σταθερότητα, την επιμονή, τη μαχητικότητα, την καταπολέμηση της ανυπομονησίας ή της μακαριότητας ότι τα πράγματα θα εξελιχθούν από μόνα τους. Κρίσιμη προϋπόθεση αποτελεί το πόσο σωστά και επιδέξια εντάσσουμε την καθημερινή πάλη σ’ αυτό το σκοπό, της εργατικής εξουσίας. Αυτή καθορίζει σε μεγάλο βαθμό αν θα είμαστε ιδεολογικά-πολιτικά-οργανωτικά προετοιμασμένοι να ανταποκριθούμε και σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης. Πάρτε ως παράδειγμα τη σημασία που έχει η κομματική οικοδόμηση στα εργοστάσια, παντού όπου υπάρχει μισθωτή εργασία, οπωσδήποτε στους τομείς στρατηγικής σημασίας και για την ανάπτυξη της ταξικής πάλης σήμερα και για την προοπτική του κινήματος. Έχει πολύ μεγάλη σημασία επίσης η αφομοίωση της θεωρίας μας και των συμπερασμάτων τόσο από την Ιστορία του Κόμματος, του ΔΚΚ, της σοσιαλιστικής οικοδόμησης του 20ού αιώνα. Σε δύο χρόνια γινόμαστε 100 χρόνων, αυτήν την επέτειο πρέπει να την αντιμετωπίσουμε με μεγάλη ατομική και συλλογική απαιτητικότητα.

Η πάλη με την αστική τάξη και την εξουσία της είναι έτσι και αλλιώς, ανεξάρτητα από τις μορφές, συγκρουσιακή, η αντίθεση είναι ασυμφιλίωτη. Δεν υπάρχουν ειρηνόφιλα και φιλοπολεμικά καπιταλιστικά κράτη. Ο πόλεμος ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη είναι και από τις δύο μεριές ιμπεριαλιστικός, ανεξάρτητα ποιος κάνει πρώτος την επίθεση και ποιος εμφανίζεται ότι κάνει τάχα μόνο άμυνα. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος δημιουργεί προϋποθέσεις σε μια ή περισσότερες χώρες να ξεσπάσει επαναστατική κατάσταση. Είμαστε φανατικά και ανυποχώρητα κατά του ιμπεριαλιστικού πολέμου, δεν τον αποτρέπεις αν είσαι μόνο ειρηνόφιλος και κάνεις εκκλήσεις, δεν φθάνει να μη το θέλεις, και εμείς βεβαίως δεν το θέλουμε, όταν όμως ξεσπάει παρά τη δική σου θέληση, παλεύεις για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας σου, να διώξεις τις δυνάμεις της εισβολής και ταυτόχρονα κατά της δικής αστικής τάξης, υπέρ της έκβασης του πολέμου στην εργατική εξουσία. Ο σοσιαλισμός είναι ο μοναδικά ασυμβίβαστος με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Δεν παλεύεις κατά του ιμπεριαλιστικού πολέμου, δεν παλεύεις για τα λαϊκά συμφέροντα όταν παίρνεις το μέρος του ενός ιμπεριαλιστή κατά του άλλου, δηλαδή όταν παίρνεις το μέρος της μιας αστικής τάξης κατά της άλλης, αλλά όταν παλεύεις ταυτόχρονα και κατά της δικής σου αστικής τάξης και της άλλης που βρίσκεται σε αντίθεση με τη δική σου.

Όλα τα παραπάνω δεν είναι ζητήματα του παρελθόντος, της Ιστορίας, αφορούν το σήμερα και το κοντινό μας αύριο, πρώτα απ’ όλα, καθώς οι ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις και ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος μαίνεται στην περιοχή μας, με τη μία ή την άλλη μορφή και με νέες μορφές.

Να μην αφήσουμε να χρησιμοποιηθεί το αίμα του ελληνικού λαού για να μοιραστούν οι αγορές ανάμεσα στους ανταγωνιστές. Γι’ αυτό πρέπει να κατακτάμε την ιδεολογική υπεροχή στις γραμμές του εργατικού αγώνα, σε όση έκταση και βάθος είναι δυνατό, εξαρτάται από εμάς, όχι μόνο με συνθήματα, ούτε βεβαίως με πνεύμα πολυξερισμού και αυτάρκειας.

Η γνώση για μας δεν είναι απλά μια πνευματική ικανοποίηση αλλά κίνητρο, στάση ζωής. Έτσι θα πετυχαίνουμε να είμαστε επαναστάτες απαιτητικοί, επαναστάτες αισιόδοξοι, επαναστάτες ρεαλιστές, επαναστάτες ανυποχώρητοι, έτσι θα πετύχουμε την αρμονία και την ενότητα λόγων και πράξης, στη γενική γραμμή, στις εκφράσεις της στα διάφορα μέτωπα και στην αντίληψη για τη σχέση του γυναικείου ζητήματος με την ταξική εκμετάλλευση, την αναγκαιότητα εξειδίκευσης της γενικής δουλειάς και στις γυναίκες.

Αξίζει για μια ακόμη φορά να φωνάξουμε: Τιμή και δόξα στους μαχητές του ΔΣΕ, τιμή και δόξα σε όσους επέζησαν και τίμησαν έμπρακτα ως το τέλος τα ιδανικά και τις αξίες του Σοσιαλισμού – Κομμουνισμού».